30.6.09

Το παστίτσιο

Γράφει η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά

Περνοδιαβαίνοντας προχθές από το μπλογκ Μικρή Κουζίνα της Κικής (δεν γνώριζα την ύπαρξη του πριν), διαβάζοντας οδηγίες πώς να φτιάξουμε μπεσαμέλ καθώς και πολλά σχόλια από αναγνώστριες, άθελα μου ήλθε στη θύμηση η δική μου πρώτη απόπειρα να φτιάξω μπεσαμέλ, τω καιρώ εκείνω... και σκέφτηκα να την μοιραστώ μαζί σας.

Μόλις είχα κλείσει τα 20, νιόπαντρη λίγων μηνών, είχαμε φύγει από το αγαπημένο νησί και πήγαμε στην Αθήνα προς αναζήτηση εργασίας και... καλύτερης ζωής! (τι ειρωνεία αλήθεια...).
Ήταν ο πρώτος μου ξενιτεμός, τα πρώτα πικρά δάκρυα του χωρισμού... πριν τον μεγάλο χωρισμό...
Πριν φύγουμε, περάσαμε να χαιρετίσουμε γνωστούς και φίλους, πρώτος σταθμός το αγαπημένο χωριό, το Μπανάτο, εκεί ο νόνος κι η νόνα, οι μπαρμπάδες, οι θειάδες, τα ξαδέλφια και φίλοι πολλοί. Πέρασα και προσκύνησα στην Παναγούλα, χαιρέτησα το μακαρίτη το νουνό μου, τον παπά Κοντονή, μα και το νεότερο το μακαρίτη τον παπά Σπύρο Κοντονή, που έτυχε να είναι κι αυτός στο χωριό.

Κάμποσους μήνες μετά, μην αντέχοντας το χωρισμό, αποφάσισαν να έλθουν να μας δουν ο παπάκης μου με τη μαμά μου και μαζί τους η πεθερά μου. Δεν είναι υπερβολική η λέξη «αποφάσισαν», για κείνα τα δύσκολα από όλες τις απόψεις χρόνια. Ήταν απόφαση και μάλιστα μεγίστη ένα πολυέξοδο και μεγάλο ταξίδι Ζάκυνθος-Αθήνα.
Απερίγραπτη η χαρά μας που θα ερχόταν οι δικοί μας, κι εγώ, αποφασισμένη να... αποδείξω και στις δυο μητέρες ότι, επιτέλους, έμαθα να μαγειρεύω. Προφανώς, απεριόριστα φιλόδοξη και αποφασισμένη να πείσω τη μαμά μου, ότι μπορεί πέρα νάβρεχε όταν προσπαθούσε να με μάθει έστω και τα βασικά της μαγειρικής πριν από το γάμο μου, αλλά τα κατάφερα μια χαρά και μοναχή μου, πήρα την πολύ τολμηρή απόφαση, να τους υποδεχτώ μαγειρεύοντας όχι απλά κι εύκολα πράγματα που ο καθένας θα μπορούσε να φτιάξει, αλλά, άκουσον-άκουσον, παστίτσιο!!!

Βέβαια, μέχρι τότε το μόνο που γνώριζα για το παστίτσιο ήταν πόσο νόστιμο το έφτιαχνε η μαμά που ήταν πολύ καλή μαγείρισσα και πόσο μου άρεσε... Έτσι, πήγα στη γειτόνισσα και τη ρώτησα τι να κάνω. Αφού μου είπε τα υλικά που θα χρειαστώ (κιμά, μακαρόνια και μπεσαμέλ για επάνω), μου σύστησε να φτιάξω τη μπεσαμέλ όχι με αλεύρι όπως θυμόμουν να την φτιάχνει η μαμά, αλλά με κορνφλάουρ. Στο δρόμο για τον μπακάλη σκέφτηκα ότι μπορεί να είπε η κυρά Ειρήνη ένα μικρό κουτάκι κορνφλάουρ, αλλά εγώ θα βάλω δύο ή και τρία για να είναι μπόλικη-μπόλικη επάνω η κρέμα, τι τσιγκουνιές θα έκανα τώρα για τέτοια μεγάλη μέρα. Αφού θα έκανα τη φασαρία, να γίνει όσο καλύτερο γίνεται. Αφού έστρωσα στο ταψί τα μακαρόνια με το κιμά, βάλθηκα να φτιάξω τη κρέμα.
Έλα μου όμως, που όσο έβαζα κορνφλάουρ, τόσο έπηζε και αναγκάστηκα να ξαναπάω στο μπακάλη να πάρω γάλα δυο και τρεις φορές... κι όχι μόνο αυτό, αλλά όλο και γέμιζε και φούσκωνε η κατσαρόλα, κόντευε να χυθεί... Η μπακάλισσα, μια αγαθή και καλή γυναίκα στην οποία... κοκορεύτηκα το πρωί ότι παίρνω υλικά γιατί θα φτιάξω μπελαλίδικο φαγητό για να υποδεχτώ μάνα, πεθερά και πατέρα, προσπάθησε απορημένη να μάθει γιατί χρειάζομαι τόσο πολύ γάλα... Βρήκα μια πρόχειρη δικαιολογία κι έτρεξα να δω τι θα κάνω γιατί στο μεταξύ είχε πήξει τόσο πολύ η κρέμα που ούτε με μαχαίρι δεν κοβότανε... Χάλασα όλο το γάλα, μα πού να αραιώσει με 3 κουτιά κορνφλάουρ που είχα ρίξει... Άρχισα να πανικοβάλλομαι, γιατί εν τω μεταξύ περνούσε και η ώρα και έβλεπα ότι δεν θα προλάβαινα να το πάω στο φούρνο, βλέπεις δεν είχαμε πολυτέλειες και φούρνο στο σπίτι τότε, στο φούρνο της γειτονιάς πηγαίναμε τα ταψιά.
Στην απελπισία μου άρχισα να πετάω τη κρέμα από τη κατσαρόλα και κράτησα ένα... συμπαγές κομμάτι μόνο, όμως, το γάλα είχε τελειώσει μαζί και τα λεφτά μου για να πάρω άλλο, άσε που ντρεπόμουν να ξαναπάω στο μπακάλη και να ξαναζητήσω γάλα... Τι θα έλεγα στη μπακάλισσα, όπου τα μπουκάλια που είχα πάρει έφταναν να φτιάξω παστίτσιο για το... Λόχο... Γεμάτη απόγνωση σκέφτηκα, ότι δεν είχα άλλη επιλογή παρά να αραιώσω τη κρέμα με νερό... Κάπως τα κατάφερα, βέβαια ούτε βούτυρο είχε μείνει μέσα ούτε γάλα... κορνφλάουρ με νερό μόνο... Έριξα μπόλικο μοσχοκάρυδο και αλατοπίπερο, την έστρωσα ωραία-ωραία και δρόμο για το φούρνο...

Εν τω μεταξύ, κατέφθασαν οι ταξιδιώτες, φιλιά, αγκαλιές, συγκίνηση... Έρχεται κι ο σύζυγος, ρωτάει τι έχουμε για μεσημεριανό κι εγώ σαν τη... βρεγμένη γάτα, αλλά με κάποια... φιλότιμη προσπάθεια να ακουστώ φυσιολογική, είπα ότι έκανα παστίτσιο και πρέπει να πάω στο φούρνο να το πάρω. Πήρε το μάτι μου τις... απορημένες ματιές που αντάλλαξαν, αλλά προσποιήθηκα ότι δεν τρέχει τίποτα.

Έφτασα σπίτι κουβαλώντας το ταψί όπου ομολογουμένως, είχε ωραία εμφάνιση, ροδοψήθηκε η κρέμα, μύρισε το μοσχοκάρυδο, μα σαν το έκοψα κι έβαλα στα πιάτα κοίταζα γεμάτη αγωνία με την άκρη του ματιού να δω την αντίδραση τους... Η μακαρίτισσα η πεθερά μου, πολύ καλή γυναίκα, από διακριτικότητα δεν μίλησε, μόνο προσπαθούσε να το κατεβάσει κάτω... Η μαμά μου έκανε μορφασμούς αλλά συγκρατιόταν. Έλα μου, όμως, όπου ο παπάκης μου δεν μπόρεσε να κρατηθεί κι άρχισε να με ρωτάει τι στην ευχή ήταν αυτό που έτρωγε... γιατί πιο άνοστο πράγμα δεν είχε ξαναφάει... Πήραν θάρρος και οι άλλοι κι άρχισε η μαμά να με ρωτάει πώς τόφτιαξα... Πού να τολμήσω να πω τα κατορθώματα μου... Επέμενα ότι όλα έγιναν όπως θυμάμαι να το φτιάχνει εκείνη... Συνέχισε να με ρωτάει και να αμφισβητεί αυτά που της έλεγα μέχρι που με πιάσαν τα κλάματα για τα ψέματα που αράδιαζα και με επέμβαση των άλλων, σταμάτησε η ανάκριση...
Όμως, δεν τόλμησα να τους πω την αλήθεια...

Ούτε και χρόνια μετά, που πλέον έμαθα να μαγειρεύω και τους ξανάφτιαξα παστίτσιο και το θαύμασαν όλοι βρήκα το θάρρος να ομολογήσω την αλήθεια, μολονότι η μαμά επανέφερε το θέμα μια-δυο φορές... Φόβος, δειλία, σεβασμός, εγωισμός; Ποιος να πει με σιγουριά, ίσως λίγο από όλα.

Καλό καλοκαίρι να έχετε,
Την αγάπη μου σε όλους,
Διονυσία

29.6.09

Στην Παναγία την Κιλκισιώτισσα










Όπως ήδη γνωρίζετε οι φίλοι του ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ, ο Εφημέριός μας βρέθηκε το περασμένο Σάββατο, 27 Ιουνίου, στο Κιλκίς, για την τιμητική απονομή πού τού έγινε του Αριστείου "Κούρος Ευρωπού" 2009 από τη "Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία ΤΕΧΝΗ". Γι' αυτό το θέμα δείτε αναλυτικά εδώ.

Με την ευκαιρία αυτή, κατάτη χθεσινή κυριακάτικη ευχαριστιακή Σύναξη λειτούργησε στον μεγαλοπρεπή ναό της Παναγίας Κιλκισιώτισσας, προσκεκλημένος ευγενώς από τον Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο της Ιεράς Μητροπόλεως Πολυανής και Κιλκισίου Αρχιμανδρίτη Απόστολο Πορτοκαλίδη, που εφημερεύει εκεί.

Ο π. Απόστολος αγκάλιασε με πολλή αγάπη τον φιλοξενούμενό του, τον προσφώνησε θερμά, τού προσέφερε πολύτιμα δώρα και τον κάλεσε να ομιλήσει στο πολυπληθέστατο εκκλησίασμα.

Ο π. Παναγιώτης ευχαρίστησε για όλα, συγχαίροντας συγκινημένος για τη ζωντάνια της υποδειγματική αυτής Ενορίας. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στον οικείο Μητροπολίτη Σεβ. κ. Απόστολο, ο οποίος διετέλεσε Μητροπολίτης Ζακύνθου κατά την δύσκολη περίοδο 1967-1974, όπου διακρίθηκε για το φιλάνθρωπο και ανιδιοτελές του χαρακτήρα του, αφήνοντας αγαθή ανάμνηση. Ύστερα αναφέρθηκε στη σύγχρονη αναγκαιότητα ανοχής και συγχωρητικότητας του Άλλου (και μάλιστα του πεπτωκότος με τον έναν ή τον άλλο τρόπο) ως εικόνας του Θεού δίπλα μας, προβάλλοντας μάλιστα το παράδειγμα του Αγίου Διονυσίου (του και Πολιούχου Ζακύνθου), ο Οποίος αγγίζοντας την άκρα συγχωρητικότητα και ανεξικακία συγχώρησε τον ίδιο τον φονέα του αδελφού του.

Μετά τη θεία Λειτουργία ακολούθησε πλούσια δεξίωση στο Αρχονταρίκι του Ναού, όπως άλλωστε συνηθίζεται κάθε Κυριακή για όλο το εκκλησίασμα.

23.6.09

Απονομή του Αριστείου Ποίησης «Κούρος Ευρωπού» 2009 στον π. Παναγιώτη Καποδίστρια

Η Μακεδονική Εταιρεία ΤΕΧΝΗ Κιλκίς ανακοινώνει, ότι το Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009, στις 8.30 το βράδυ, στο Συνεδριακό Κέντρο του Δήμου Κιλκίς, θα γίνει η Απονομή του Αριστείου Ποίησης «Κούρος Ευρωπού» για το 2009.

Πρόκειται για το τιμητικό αφιέρωμα «Ψελλίζοντας τα ουσιώδη των σιωπών…» στον ποιητή π. Παναγιώτη Καποδίστρια από τη Ζάκυνθο και η απονομή σ’ αυτόν του «Αριστείου 2009» για την εξαιρετική του πνευματική προσφορά.
Για το ποιητικό του έργο ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας έχει τιμηθεί το 2004 από την Ακαδημία Αθηνών. Ως ποιητής και δοκιμιογράφος, αλλά και για τις θεολογικές και ιστοριοδιφικές του μελέτες, έτυχε και πολλών άλλων πανελλαδικών και διεθνών διακρίσεων.
Αναφορά στον τιμώμενο ποιητή και το έργο του θα κάνει η κ. Μαρία Λιτσαρδάκη, Καθηγήτρια του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Αποσπάσματα από το έργο του θα αποδώσουν μέλη της Θεατρικής Σκηνής της ΤΕΧΝΗΣ. Η σκηνοθετική επιμέλεια του αφιερώματος ανήκει στον Παύλο Δανελάτο.

Μετά το πέρας του τιμητικού αφιερώματος θα γίνει η απονομή των Βραβείων και Επαίνων στους διακριθέντες στον ΙΔ΄ Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό «Κούρος Ευρωπού», που διοργάνωσε η ΤΕΧΝΗ και τελεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού.

Η εκδήλωση είναι ενταγμένη στον εορτασμό των «Ελευθερίων 2009» της πόλης του Κιλκίς.

15.6.09

Ο Τσιπουριέλος

Γράφει η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά

Διαβάζοντας ένα μικρό άρθρο-αφιέρωμα για τον Κοκκινολαίμη στην ηλεκτρονική Ημέρα τση Ζάκυθος, δημοσιευμένο στις 12.6.09, δυστυχώς δεν ανέφερε το όνομα του/της αρθρογράφου, ήλθε στο νου μου μια θύμηση από τα χρόνια εκείνα τα δύσκολα, πριν από το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο.
Μας την είχε διηγηθεί, της αδελφής μου κι εμένα, ο μακαρίτης ο παπάκης μας. Ήταν δική του θύμηση από τα δικά του παιδικά χρόνια, χρόνια όπου και το ψωμί ακόμα λιγοστό, φτώχια κι ανέχεια συνέπεια, κυρίως, των απανωτών πολέμων.
Είχε βγει, λέει, ο πατέρας του με το ντουφέκι στον ώμο μπας και βαρέσει καμιά τσίχλα γιατί δεν είχαν τίποτα να φάνε το βράδυ. Στάθηκε τυχερός και σκότωσε κάνα-δυο τσίχλες και 2-3 τσίπιρες ή τσιπουριέλους όπως τους έλεγαν τότε στη Ζάκυνθο.
Αφού τα ξεπουπούλιασε τα πήγε σπίτι να τα ψήσουν στα κάρβουνα και να δειπνήσει όλη η φαμελιά, εφτά νοματαίοι. Η μάνα του είχε βράσει και λίγα αγριολάχανα που είχε μαζέψει από κει γύρω, έκοψε από μια φέτα ψωμί από το καρβέλι για τον καθένα το λάδωσε με το ρογί για να μη βάλουν μόνα τους λάδι τα παιδιά και σπαταληθεί πάρα πάνω από όσο χρειαζόταν και όλοι περίμεναν να ψηθούν τα πουλάκια, να κάνουν προσευχή και ν΄ αρχίσουν να τρώνε το βραδινό τους.
Ο μεγαλύτερος αδελφός του παπάκη μου, από δω τόχε από κει τόφερε, κατάφερε να βουτήξει ένα από τα ψημένα πουλάκια και πριν τον πάρει κανείς χαμπάρι άρχισε να τρέχει, τόχωσε στο στόμα του και τόφαγε στο άψε-σβήσε.
Μετά γύρισε και σαν να μην έτρεχε τίποτα κάθισε να περιμένει το μερδικό του από τα... κοψίδια.
Φυσικά, πήρε χαμπάρι η μάνα του τι έγινε κι άρχισε να τον μαλώνει αφού δεν έβγαινε ένα πουλάκι για το κάθε άτομο και θα τον τιμωρήσει ο Θεούλης που άρπαξε κρυφά το πουλί χωρίς να νοιαστεί για τ΄ αδέλφια του και τους γονέους του. Ντροπιασμένος, έβαλε το κεφάλι κάτω, έφαγε σκέτο το ψωμί με τα λάχανα, αναγκάστηκε να ζητήσει συμπάθιο από τον πατέρα και τ΄ αδέλφια του και πήγε να κοιμηθεί κλαίγοντας μετανιωμένος για την...κακή πράξη που έκαμε.
Την άλλη μέρα, ο παπάκης μου, μικρό παιδί κι εκείνος, έλεγε σε όλους στη γειτονιά πως ο αδελφός του έφαγε ένα κοτζάμου τσιπουριέλο μοναχός του, τόλεγε και θαύμαζε από μόνος του για το...κατόρθωμα να καταφέρει να φάει κοτζάμου πουλί μοναχός του!
Πικρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη διαβάζοντας το άρθρο.
Όχι βέβαια πως δεν ήξερα τι... θερίο πουλί είναι ο τσίπιρας, αλλά όταν διαβάζω ότι το μέγεθος του με την ουρά μαζί δεν ξεπερνάει τα 14 εκατοστά, σκέφτομαι πόσο τυχεροί είμαστε σήμερα οι περισσότεροι από μας σε αυτόν τον πλανήτη... και πόσους τσίπιρες τρώμε στην καθισιά χωρίς να απορεί και εξίσταται ουδείς για το... κατόρθωμα ή την καλή μας τύχη...
Σκέφτομαι τις παραξενιές και ιδιοτροπίες μας, προ παντός της νεολαίας, που αηδιάζουν και μόνο στη σκέψη ότι μπορεί να φάνε κάποια «ταπεινά» φαγητά που γλίτωσαν από το θάνατο κι έθρεψαν γενιές και γενιές, πριν ανακαλυφθούν τα ετοιματζίδικα, πριν ανοίξουν τα McDonalds, τα διάφορα Fried Chicken, οι πιτσαρίες και όλα αυτά, που το μόνο που επιτυγχάνουν είναι με τις υψηλές τους περιεκτικότητες σε αλάτι και κορεσμένα λίπη όχι μόνο να μας φέρνουν κοντά στο θάνατο πολύ νωρίς, αλλά επί πλέον να επηρεάζουν πολύ αρνητικά την ποιότητα της ζωής μας, καταστρέφοντας την υγεία μας.
Γι' αυτό λοιπόν, ας προτιμούμε κάπου-κάπου το μέγεθος του τσίπιρα που, ξεπουπουλιασμένος και καθαρισμένος, δεν θα πρέπει να ξεπερνάει σε βάρος το πολύ τα 50-70 γραμμάρια, όπου είναι και η υγιεινή μερίδα κρέατος.
Σας χάλασα την όρεξη; Ελπίζω όχι.
Καλό σας καλοκαίρι από την παγωμένη Μελβούρνη,
Με την αγάπη μου,
Διονυσία

Φωτογραφία: European Robin (Erithacus rubecula). Πηγή: The Internet Bird Collection

11.6.09

Έξι προαναστάσιμα προσόμοια


Βαρθολομαίω

Μια λύπη χρυσή
τα αίματα σφουγγίζει
των Προπατόρων
μυρωδίες της Λαμπρής
κακοθανατισμένες.

Χλοΐζει ο νους
κι ως τις ρίζες των οστών
μαίνονται μάχες.
Μιλάς σα να σωπαίνεις
γελάς σα να πεθαίνεις.

Εν πρώτοις Μόνος
ορθογράφος της Χαράς
και των Χαρίτων
τ’ αποστηθίζεις όλα
τα θρυλούμενα νερά.

Ανεμοδείχτης
οιωνίζεσαι πουλιά
πάνω απ’ την Πόλη
και δηλοίς τα Έσχατα.
Ξέρεις Χρόνος τι εστί.

Στ’ ακροκέραμα
φωνήεντα συμφωνούν
τα Ονόματα
ευσυγκίνητα πολύ
ενώ εσύ ορθρίζεις.

Ολοξάγρυπνος
λόγω πολλών Ολίγων
Φανάρι ανάβεις
να 'χει φως η Μαρία
που θηλάζει το Παιδί.


[Το ποίημα αυτό από τη συλλογή: π. Παναγιώτη Καποδίστρια, Ο αρχαίος Αγροφύλαξ (εκδ. Γαβριηλίδης 2007), αφιερωμένο στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, δημοσιεύεται σήμερα με την ευκαιρία της ονομαστικής του εορτής.
Το φωτοστιγμιότυπο με τον Πατριάρχη, χοροστατούντα κατά τον χθεσινό πανηγυρικό Εσπερινό στη Μονή Ζωοδόχου Πηγής Μπαλουκλή, είναι του Νίκου Μαγγίνα, ο οποίος πολλά μοχθεί για την δημοσιογραφική κάλυψη των πολυσήμαντων τεκταινομένων στο ιερό Κέντρο της Ορθοδοξίας. Πηγή: Φως Φαναρίου.]

10.6.09

Τα παιχνίδια ενός παιδιού της γερμανοϊταλικής κατοχής

Γραμμένο από τον Δάσκαλο Νικ. Χ. Κοντονή

Εκείνα τα φτωχά και φοβισμένα χρόνια του 1940 και μετά, τα καλά και αγοραστά παιχνίδια, για τα παιδιά, ήταν άπιαστο όνειρο.
Σαν παιδιά όμως έπρεπε να παίξουμε κι ας είμαστε και πεινασμένα. Τόπος παιχνιδιού μας συνήθως ήταν το Πλάτωμα της Παναγούλας, η Ράχη της Φανερωμένης και όλοι οι δρόμοι του Μπανάτου.
Τα παιχνίδια, που παίζαμε πολύ, γιατί σ’ αυτά χρειάζονταν μόνο πόδια και μυαλό, ήταν το κυνηγητό, η αμπάριζα, η τόκα (μια πλακόπετρα όρθια, που με μια αμάδα έπρεπε από μακρία να την χτυπάμε και να την ρίχνουμε κάτω, αμάδα = μικρότερη στρογγυλή ή περίπου τετράγωνη πέτρα σκληρή), το κρυφτό.
Μπάλα βέβαια δεν υπήρχε. Μεγάλη υπόθεση ήταν, αν κάποιος είχε τόπι. Συνήθως όμως δεν υπήρχε ούτε και το τόπι. Έτσι, για να παίξουμε ποδόσφαιρο, φτιάχναμε μόνοι μας, από κουρέλια μια σφαίρα, σαν κουβάρι, το δέναμε, όσο μπορούσαμε καλύτερα γύρω-γύρω με σπάγκους κι όσο κρατούσε.
Φτιάχναμε, πάντα μόνοι μας, κι έτσι δημιουργούσαμε, μύλους με σκουλικάρες ή με καλάμι και στις άκρες των ακτίνων τους, για πτερύγια, βάζαμε, από παλιές τράπουλες φύλλα, που τα κόβαμε στη μέση. Πολλές φορές, σ’ αυτούς τους μύλους βάζαμε και ανεμολόγιο. Συνήθως τούς τοποθετούσαμε γερά πάνω στις καλύβες, που έφτιαχναν οι γονείς μας, για τον καλοκαιρινό ύπνο του μεσημεριού και της νύχτας. Θυμάμαι τον απαλό και μονότονο θόρυβο, που έκανε ο μύλος κι ήταν σα νανούρισμα.
Πολύ αγαπημένο μας παιχνίδι ήταν και ο χαρταετός, που κι αυτόν τον φτιάχναμε μόνοι μας. Θυμάμαι ότι, τα μπακάλικα του χωριού, όταν ερχόταν το καλοκαίρι, έφερναν χρωματιστές κόλλες χαρτί, γι’ αυτή τη δουλειά. Η κόλλα, θυμάμαι, που χρειαζόταν για να κολλάμε τα χαρτιά, ήταν και αυτή φτιαγμένη από εμάς ή από αλεύρι με νερό ή από την κόλλα της αμυγδαλιάς.
Βέβαια δεν είναι δυνατό να γράψω όλα τα παιχνίδια που φτιάχναμε. Ήταν τόσα πολλά: Καλαμένια τουφέκια, καλαμένια πιστόλια, καλαμένια άλογα (το καβαλούσαμε, όχι μουρλοφαντασμένα, το καλάμι), ανεμόμυλους, πεντόβολα, βάρκες με χαρτί, που ταξίδευαν, όσο μπορούσαν, στους μεγάλους τράφους του Μπανάτου με τις πρώτες βροχές, καπέλα χάρτινα, μάσκες χάρτινες, σκαούνες, σφεντόνες, τόξα και βέλη καλαμένια και άλλα, που η φαντασία μας γεννούσε.
Τ’ αγόρια, έστω με αυτά τα φτωχά μέσα, μπορούσαμε και κατασκευάζαμε διάφορα και πολλά είδη παιχνιδιών. Εκεί όμως που ήταν πολύ πιο δύσκολα τα πράγματα ήταν για τα κορίτσια. Αρκούνταν σε κάποιες κούκλες, που έφτιαχναν συνήθως μ’ ένα λεπτό καλαμάκι, που το έντυναν με κουρελάκια, για να σχηματίσουν το σώμα, που μετά το έντυναν με τα μικροσκοπικά ρουχαλάκια, που έραβαν μόνες τους. Έπαιζαν ακόμη γκιούστρο και σχοινάκι, το γνωστό και σήμερα. Μη νομίζετε, ότι ήταν μόνο αυτές οι κατασκευές των παιχνιδιών μας, αλλά το σημείωμα αυτό δεν έχει σκοπό να τ’ αναφέρει όλα, αλλά όσο είναι δυνατό να περιγράψει, πόσο ίδρωνε η ψυχή μας, για να φτιάξουμε ένα παιχνίδι που στο τέλος θα έδινε χαρά και ικανοποίηση σ’ αυτή την ιδρωμένη ψυχή.


7.6.09

"Πεντηκοστήν εορτάζομεν..." στο Μπανάτο













Οι παραπάνω φωτοστιγμές αποδίδουν τις όμορφες εορταστικές - λειτουργικές ώρες, τις οποίες βιώσαμε σήμερα στον ναό της Παναγούλας μας εν τω χωρίω Βανάτω. Εορτή της Πεντηκοστής και όλοι οι εκκλησιαζόμενοι, κατά την πνευματική του δυνατότητα ο καθένας, βιώσαμε την του Πνεύματος επιδημίαν.

Σύμφωνα με τη ζακυθινή παράδοση, το δάπεδο του ναού ήταν κοσμημένο με μυρωδάτες μυρτούλες, με τα ξύλα των οποίων, κατά την διάρκεια της Γονυκλισίας, οι παρευρισκόμενοι πιστοί έφτιαχναν τα παραδοσιακά σταυρουδάκια τους (βλ. παραπάνω τις σχετικές φωτό), ενώ μοιράστηκαν σε όλους τα καθιερωμένα "ματζέτα" (μυρτιά και γαρύφαλο) της ημέρας.

6.6.09

Χειροτεχνήματα του π. Διονυσίου Κοντονή από το Σκευοφυλάκιο της Παναγούλας Μπανάτου



Στην προηγούμενη ανάρτηση εκθέσαμε Κεντήματα του π. Διονυσίου Κοντονή από άμφια, τα οποία βρίσκονται σήμερα στην κατοχή του Εφημερίου μας π. Π.Κ.

Στη σημερινή μας ανάρτηση επιστρέφουμε, προβαίνοντας μάλιστα στην δημοσίευση ορισμένων επιπλέον όμορφων, λεπταίσθητων και συλλεκτικών χειροτεχνημάτων του αείμνηστου π. Διονυσίου, λεπτομέρειες από εκκλησιαστικά - λειτουργικά καλύμματα ή άμφια, τα οποία δώρισε εν ζωή ο ίδιος ο ευαίσθητος Καλλιτέχνης στον αγαπημένο του Ναό της Παναγούλας του γενέθλιου χωριού του.

Σημειωτέον, ότι την κεντρική αυτήν εκκλησία του Μπανάτου ανέκαθεν, εξαιρετικά και αδιάπτωτα υπεραγούσε, χαιρόταν μάλιστα πολύ να λειτουργεί εκεί, διότι μέσα σε αυτόν πρωτοδιδάχτηκε την αγάπη στον Χριστό και την Εκκλησία Του.

Να σημειωθεί επίσης, ότι, μετά την εκδημία του, ανακηρύχτηκε Μέγας Ευεργέτης του εν λόγω Ναού, εξαιτίας των αλλεπάλληλων προσφορών του σε αυτόν.

4.6.09

Κεντημένα άμφια δια χειρών π. Διονυσίου Κοντονή



Για τον Αρχιμανδρίτη Διονύσιο Κοντονή (1922-1998) κάναμε λόγο σε προηγούμενη δημοσίευσή μας. Εκεί, ανάμεσα στ' άλλα, γράφαμε, ότι ο μακαριστός κληρικός διακρινόταν με το τάλαντο της Κεντητικής δυνατότητας, το οποίο δεν έθαψε, αλλ' αξιοποίησε σε όλη του τη ζωή, αυτοσχεδιάζοντας και παράγοντας αξιοπρόσεκτα έργα τέχνης, τα οποία βρίσκονται σήμερα είτε σε ναούς και μονές, είτε σε ιδιωτικές συλλογές.

Συνεχίζοντας την αναφορά μας στον π. Διονύσιο, επιχειρούμε σήμερα μια τιμητική -διαδικτυακή έστω- έκθεση Εκκλησιαστικού Κεντήματος από άμφιά του, τα οποία σήμερα ανήκουν στον π. Π. Κ. Για τους ασχολούμενους ούτως ή άλλως με την ιδιαίτερη αυτή μορφή Τέχνης, πρέπει να εξαρθεί η ιδιαίτερη σημασία των χειροποίητων έργων, σε μιαν εποχή, κατά την οποίαν όλα σχεδόν τα εκκλησιαστικά κεντήματα παράγονται σωρηδόν μέσω μηχανών ή ηλεκτρονικών προγραμμάτων.

Σύντομα θ' ακολουθήσει μια επιπλέον ενότητα-μικρή έκθεση χειροτεχνημάτων του π. Διονυσίου από την Συλλογή της Παναγούλας Μπανάτου.

Περισσότερα για την πολύ ενδιαφέρουσα, απαιτητική και δυσεύρετη στην εποχή μας αυτή Τέχνη, βλ. α) Μαρίας Σ. Θεοχάρη, Εκκλησιαστικά Χρυσοκέντητα, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1986, β) Κατάλογο Έκθεσης του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, "Άμφια. Το ένδυμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας", Μουσείο Μπενάκη 1-30 Σεπτεμβρίου 1999, Αθήνα 1999.

2.6.09

Εισοδεύοντας στην επιστήμη του Λιτού ή Η φιλοκαλία των Εικόνων του Χρήστου Ρουσέα


Γράφει ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας
[Αποσπάσματα από το βιβλίο του: "Σημειώματα Εκκλησιαστικής Ιστορίας από το Μπανάτο Ζακύνθου", Ζάκυνθος 2003, σ. 19-23]

Ι. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΩΝ ΕΛΑΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΤΟΥ

Μια απόπειρα δειλής κριτικής πρόσβασης (με την έννοια της γόνιμης θέασης) στον αισθητό και κυρίως στον υπεραισθητό Κόσμο ενός καλλιτέχνη και μάλιστα αγιογράφου, από έναν μη ειδικό σε θέματα Ζωγραφίας, αποτελεί τουλάχιστον (για τα κατά κόσμον παραδεδομένα) παράβαση, αν όχι βεβήλωση, της ιερότητας της. Παρά την τρέχουσα όμως αυτήν αντίληψη, υπερισχύει εδώ για εμάς η έσχατη παρηγορία, ότι επιχειρούμε, όχι μια κριτικής διάθεσης προσέγγιση, αλλά μια κατ’ αρχήν και όλο δέος προσωπική εντελώς θέαση στο πολυδιάστατο έργο του άξιου και ακαταπόνητου Ζακυνθινού Καλλιτέχνη – ρέκτη και θεράποντος του Ωραίου και του Ευγενούς Χρήστου Ρουσέα (1896-1978), ως μία κατ’ αρχήν απόρροια της επίμονης συμπόρευσής μας με τα βιβλικά Πρόσωπα, που δια χειρός του εικονογραφήθηκαν στο Ναό της Φανερωμένης Μπανάτου και, παράλληλα, της επίμονης συνακρόασής μας μ’ Εκείνα άρρητων και μύχιων καταστάσεων θεογνωσίας.

Οι κινήσεις των ιερών αυτών προσώπων, αλλά και του εν γένει βιβλικού φυσικού περιβάλλοντος, που αποδίδει ο Ρουσέας ιστορώντας το Θείον, διαθέτουν μιαν άξαφνη στάση. Σε λίγο λες, θα εκδηλωθούν και πάλι, θα εφορμήσουν στο αέναο γίγνεσθαι, τότε που ο θεατής, ο συνήθως ανέστιος, θα έχει επιτέλους κι αυτός ενταχθεί στο εσω-πραγματικό αυτό τοπίο των σταυροαναστάσιμων φωτοσκιάσεων. Ο φωτισμός του δείχνει να είναι κατάκτηση, γεγονός ανένταχτο ακόμη στο τρέχον Δωδεκάορτο, άρα όχι γεγονός, όραμα μόνο, θέαση αλλογενών και μυστικών πραγμάτων δια του αινίγματος και του δυσδιάκριτου. Όλα μπορεί να προφητεύτηκαν, να συνέβησαν εν χρόνω, να ιστορήθηκαν έπειτα, όμως κανείς δεν μου βγάζει πλέον απ’ το νου, ότι ο εμπειρότατος στην βιβλική ιστορία, στ’ αρχαιόθεν θρυλούμενα και στα παρελθόντα ήδη συμβάντα, μιλάει ολοένα για τα Μελλούμενα, τα Επερχόμενα, τ’ Αναστατικά, προτυπώνοντας κυρίως -ως όφειλε, άλλωστε- τα Έσχατα… Άρα, το κυριαρχικό Φως του όλου εναποτυπωμένου χώρου δεν είν’ εφήμερο και περιστασιακό πια, καθώς μέχρι τώρα το γνωρίσαμε ή το μεταλάβαμε, αλλά πρόκειται για Φως με φι κεφαλαίο, φως διαρκείας, από εκείνο που ονομά;ζουμε θεολογικά ανέσπερο, αδιχοτόμητο, άκτιστο ίσως, ή και ακόμη «(…) ζωή, και ζωοποιούν˙ φως, και φωτός χορηγόν˙ αυτάγαθον, και πηγή αγαθότητος˙ (…) αγαθόν, ευθές, νοερόν, ηγεμονεύον, καθαίρον τα πταίσματα˙ (…) πυρ, εκ πυρός προϊόν, (…)» [από την υμνογραφία της Κυριακής της Πεντηκοστής].

Οι φωνές -αχ, αυτές πάλι και πάντα οι Φωνές!!!, κι αυτές με φι κεφαλαίο- υπάρχουν στα πλαστουργήματα του Ρουσέα, έχουν αναπτυχθεί πέρα-δώθε κι ας μην ακούγονται τώρα δα. Ο διάλογος είναι σ’ αυτήν εδώ τη φάση του χώρου και του χρόνου εσώτατος. Απαιτείται ειδική ακοή, ασκημένη μάλιστα σε ήχους ιδιαίτατους, από τον πλάγιο πρώτο (ας πούμε) έως και τον βαρύ της Οκτωήχου, για να εμπεδώσει κανείς την ησυχαστική διάθεση των εικόνων του, τη φιλοκαλία της σιωπής τους, τη μυστηριακή τους εκζήτηση.
Το πετάρισμα των θερμών και ανάλαφρων χρωμάτων, που μεταχειρίζεται ο υπό θέασιν Καλλιτέχνης, καταφέρνει ν’ αποδεσμεύσει την κρατούμενη μέσα στα συρματοπλέγματα του Ενθάδε λογική μας, να υπερβεί τις γνωστές μας εκκλησιαστικές φόρμες της ζωγραφικής έκφρασης (δηλαδή το αμιγώς βυζαντινό, το σύνηθες κρητικό και το δυτικότροπο τοπίο), συνεισφέροντας ολοένα μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπική άποψη στην απαιτητική Τέχνη της Εικόνας. Ένα επίτευγμα ετούτο, που τον καθιερώνει ως αυθεντικό Δημιουργό και αφιλοκερδή καταθέτη ψυχής, διότι αυτό ακριβώς σημαίνει και είναι Ποίηση: Παραγωγή, δηλαδή «εκ του μη όντος εις το είναι».

Κι ετούτο, για να δικαιωθεί ο πολύς Οδυσσέας Ελύτης, όταν μετ’ επιτάσεως επεσήμαινε παλαιότερα προς κάθε ενδιαφερόμενον ή εμπλεκόμενον, ότι «στους εκατό ζωγράφους οι ογδόντα πνίγονται μέσα στους άλλους είκοσι, μόνο και μόνο επειδή δεν επέτυχαν ή δεν μπόρεσαν εγκαίρως να καταθέσουν την βαπτιστική τους σφραγίδα». Κατά την προσωπική μας πεποίθηση, ο Χρήστος Ρουσέας, όχι μονάχα καταθέτει και διαδηλώνει την χαρακτηριστική και ειδοποιό «βαπτιστική του σφραγίδα», αλλά με τον ήπιο και καλόγνωμο χρωστήρα του μάς αποκαλύπτει μιαν άλλη μέθοδο εκφοράς της ψυχής του, που αξίζει να προσεχθεί και ν’ αξιοποιηθεί απ’ τους ειδικούς.

Το αποτέλεσμα: Ενώ, λοιπόν, απέξω απ’ τον εικονογραφημένο μας Ναό, το Μάταιο και το Υπερφίαλο, το Απρόσωπο και το Προσωρινό, το Άωρο και το Άοσμο του Κόσμου ανάγονται σε up to date διεξόδους αναπνοής και αποχαύνωσης, μέσα, οι φιγούρες οι ενάλιες, καλοριζωμένες βαθιά στο δοκιμασμένο σώμα της Παράδοσης, οι πάλι και πάλι κατακλυσμένες απ’ την υπέρ νουν εμπειρία των θείων ερώτων (μια πνευματική κατάσταση τελείωσης, που υπερβαίνει την εμβέλεια της δικής μας σαρκοντυμένης και υλοκρατούμενης νόησης), γνωρίζουν πολύ καλά την ευθεία οδό και την αλήθεια των Όντων μέσ’ από την επιστήμη του λιτού. Ο Ρουσέας αποδίδει με δύναμη κι ευστοχία τη συν-αίσθηση του δεδοξασμένου ταπεινού, του κεκραγότος αθορύβου και του ευτυχούς φευγαλέου, καθώς επίσης την κυριαρχική και μυστήρια εκείνη απόχρωση του Πάθους και του εντελώς Μετακοσμικού. Πρόκειται για Τέχνη, που ολοένα σού δωρίζεται, σε θέλει εντός και συμμέτοχο ανά πάσα στιγμή και ώρα. Γι’ αυτό μιλάμε κι επιμένουμε για επιτυχία.

Δεν ξέρω (και ούτε καθόλου πια που με γνοιάζει προσωπικά), τι θα είχε ν’ αποφανθεί για την Ποιητική των Εικόνων του Ρουσέα η φερόμενη ως «επίσημη» κριτική της Τέχνης. Εκείνο που εμένα μού αρκεί, κατακυρώνοντας την ως διασώζουσα τη Γνησιότητα δύναμη εντός μου, είναι η παλαιόθεν και διαρκής, σε μέρες νυχτερινές της πρώτης νεότητας, συναναστροφή μου με τους τότε φιλικότατους συνοδίτες μου και αεί συμπαθέστατους αγίους του: Που έχω, δηλαδή, με τον ανυπάκουο προφήτη, τον Ιωνά, συνταφεί στη φιλόξενη κι ευρύχωρη κοιλία του κήτους όχι για τρεις, αλλά για περισσότερες από δεκατρείς χιλιάδες τώρα μέρες. Έχω κρυφακούσει, σας λέω, πλείστες όσες φορές μέχρι και σήμερα πίσω από τις πορφυρένιες κουρτίνες την δίκαιη του Σολομώντα κρίση, εκεί που τελικά το νήπιο δεν εσφάχτηκε κι ευθύς αναπνέεις.

Και ίσως να ημπορώ να σας διαβεβαιώσω, ότι τα πόδια μου όντως δεν εβραχήκανε διαβαίνοντας κάποτε το φουσκωμένο και οργίλο Ποτάμι των Αλυκών πλάι στον Άγιο της Αναφωνήτρας Γούμενο. Αμ, αυτά τα λιοντάρια τ’ ανθρωπόμορφα (σαν τους κακάσχημους συγχωριανούς μας), διαρκώς πεινασμένα -πανάθεμά τα-, πώς τάχεις; Πώς και δεν ξεσκίζουνε θηριωδώς τον Δανιήλ; Πόθεν η εξαίρεση, το θαύμα τριγύρω μας πόθεν;

Τι οφείλουμε, λοιπόν, ως κοινωνία ζακυνθινή, στον Χρήστο Ρουσέα, τον ευπατρίδη της Καλλιτεχνίας και παντός Αγαθού; Πρώτα και κύρια, την υποψία έως βεβαιότητος πια της επικράτησης του Αίσιου στην καθημερινότητά μας δια των εικόνων του˙ την ιστόρηση ευθαρσώς και των δικών μας μικροτήτων πλάι σ’ εκείνες τις εξαγνισμένες ήδη των αγίων, μεταλαμβάνοντας της δικής τους αγιότητας˙ τη θέαση εντέλει εξάπαντος του παμμέγιστου Θείου δια της τεχντοτροπικής του λιτότητας στα χρώματα, στις ψιμιθιές, στην απόκρυφα συντελούμενη λύση της καλοστημένης ολοένα κοσμικής μας πλεκτάνης.

Γιατί, άραγε, μούρχεται ξαφνικά στο νου ο αψευδής λόγος του Λόγου: «εξομολογούμαι σοι, πάτερ, κύριε του ουρανού και της γης, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών, και απεκάλυψας αυτά νηπίοις»; [Μτ 11,25]

ΙΙ. ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΡΟΥΣΕΑ ΣΤΟ ΝΑΟ ΤΗΣ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ ΤΟΥ ΜΠΑΝΑΤΟΥ

Ο Ναός της Φανερωμένης Μπανάτου αποτελεί μια διαρκή και ζώσα λες, αντιπροσωπευτική πάντως, έκθεση έργων θρησκευτικής-λειτουργικής τέχνης του Χρήστου Ρουσέα, διότι έχει κοσμηθεί ολόκληρο το ξυλόγλυπτο εσωτερικό του με 27 πρωτότυπες και καλαίσθητες ελαιογραφίες του καλλιτέχνη, από τις οποίες οι 26 είναι προσαρμοσμένες στα ξυλόγλυπτα φατνώματα, στο επίπεδο κεντρικό τμήμα και στις καμπύλες προεκτάσεις της ξυλόγλυπτης Ουρανίας του κυρίως ναού, στο στηθαίο του Γυναικωνίτη και μία μονάχα στην κόγχη της Ιεράς προθέσεως του Βήματος. Οι πίνακες αυτοί είναι όλοι αχρονολόγητου, πάντως όμως προπολεμικοί (του 1935 περίπου, κατά τις εκτιμήσεις των παλαιοτέρων ενοριτών) και ανυπόγραφοι, πλην ενός (εκείνου του Αγίου Σπυρίδωνος), που φέρει τη λιτή ένδειξη «ΧΕΙΡ ΧΡΟΥΣΕΑ». Επίσης όλοι έχουν ιστορηθεί από τον δημιουργό τους –δυστυχώς- επάνω σε όχι ανθεκτικό στον χρόνο και στα ζωύφια υλικό (κόντρα πλακέ), γι’ αυτό και ήδη έχουν αρχίσει τα προβλήματα.